ἑρμηνεύς

ἑρμην-εύς, έως, ,
A interpreter, esp. of foreign tongues, dragoman, Hdt.2.125,154, al., X.An.1.2.17, PCair.Zen.65 (iii B. C.), PTheb.Bank9.1 (ii B.C.), etc.
b court interpreter, POxy.237 vii 37 (ii A. D.), etc.
2 matrimonial agent, go-between, Ptol. Tetr. 181.
3 broker, commissionaire, POxy.1517.6 (iii A. D.), etc.
II interpreter, expounder, Pi.O.2.85, A.Ag.616, 1062, etc.; ἑρμηνῆς τῶν θεῶν, of poets, Pl.Ion534e;

λόγος τῶν νόμων ἑ. Id.Lg.907d

;

σιωπὴ δ' ἄπορος ἑ. λόγων E.Fr.126

.
2 applied to planets, D.S.2.30.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερμηνεύς — ἑρμηνεύς, ὁ (AM) 1. αυτός που εξηγεί κάτι, αυτός που κάνει κάτι σαφές 2. αυτός που μεταφράζει από τη μια γλώσσα στην άλλη, ο διερμηνέας, ο δραγομάνος 3. ο μεσάζων, ο προξενητής 4. ο μεσίτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος με θέμα άγνωστης ετυμολ. + κατάλ …   Dictionary of Greek

  • ἑρμηνεύς — interpreter masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεῖς — ἑρμηνεύς interpreter masc acc pl ἑρμηνεύς interpreter masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνῆς — ἑρμηνεύς interpreter masc nom pl ἑρμηνεύς interpreter masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνέων — ἑρμηνεύς interpreter masc gen pl ἑρμηνέω̆ν , ἑρμηνεύς interpreter masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεῖ — ἑρμηνεύς interpreter masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεῦ — ἑρμηνεύς interpreter masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεῦσι — ἑρμηνεύς interpreter masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεῦσιν — ἑρμηνεύς interpreter masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνῆος — ἑρμηνεύς interpreter masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνέες — ἑρμηνεύς interpreter masc nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.